επιμαρτυρία

η (AM ἐπιμαρτυρία) [επίμαρτυς]
η επίκληση κάποιου ως μάρτυρα («ἐς ἐπιμαρτυρίαν καὶ θεῶν και ἡρώων... κατέστη», Θουκ.)
αρχ.
ο προσδιορισμός τής θέσης ενός αστεριού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιμαρτυρίᾳ — ἐπιμαρτυρίαι , ἐπιμαρτυρία a calling fem nom/voc pl ἐπιμαρτυρίᾱͅ , ἐπιμαρτυρία a calling fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαρτυρίας — ἐπιμαρτυρίᾱς , ἐπιμαρτυρία a calling fem acc pl ἐπιμαρτυρίᾱς , ἐπιμαρτυρία a calling fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαρτυρίαι — ἐπιμαρτυρία a calling fem nom/voc pl ἐπιμαρτυρίᾱͅ , ἐπιμαρτυρία a calling fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαρτυρίαν — ἐπιμαρτυρίᾱν , ἐπιμαρτυρία a calling fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαρτυρίαις — ἐπιμαρτυρία a calling fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαρτυρίῃσι — ἐπιμαρτυρία a calling fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Zeuge — (Testis), eine Person, welche entweder dazu erwählt ist, um in Rücksicht einer Thatsache, von welcher die Entscheidung eines Rechtsstreites abhängt, auszusagen, was sie von jener, als Ereigniß betrachtet, mit ihren äußeren physischen Sinnen… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • επιμαρτύρησις — ἐπιμαρτύρησις, ἡ (AM) [επιμαρτυρώ] επιβεβαίωση, επικύρωση (αρχ) αστρολ. επιμαρτυρία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.